Γλυκά να 'ναι τα όνειρα σας, μαγικά και καλοταξιδεμένα...
Ελάτε μαζί να περπατήσουμε στη γειτονιά αυτή, στα όνειρα που κανένας δεν μπορεί να μας στερήσει,
εκεί όπου όλα είναι δυνατό να συμβούν..
Κλείστε τα μάτια σας, λοιπόν, και πάμε να ονειρευτούμε μαζί....

Από το Blogger.

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Σκιές...

                  
       Δεν ήταν η βροχή εκείνη που μούσκευε με τις σταγόνες της τα μάγουλά της. Όχι. Τα δάκρυά της ήταν. Αυτά ένοιωθε μοναχά ενώ έτρεχε κυνηγημένη από τον ίδιο της τον εαυτό και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Τα κόκκινα χείλη της τώρα ήταν υγρά και η αλμύρα από τα δάκρυά της πότιζε την ψυχή της. Την άδεια και παγωμένη της ψυχή. Κι εκείνος ο αβάσταχτος πόνος που δεν έλεγε να φύγει. Ο  πόνος που είχε βρει καταφύγιο στην πάλε ζεστή της καρδιά. Που άλλοτε έσφυζε από ζωή. Τι έντονος που ήταν! Ένοιωσε πάλι εκείνο το δυνατό σφίξιμο στο στήθος! Δεν μπορούσε, όμως, να σταματήσει να τρέχει. Έπρεπε, να ξεφύγει απ’ ότι την κυνηγούσε. Από τα όνειρά της, εκείνα που έκανε κάποτε μέσα στην αγκαλιά του, από τις σκέψεις της που τριγυρνούσαν συνεχώς μες το μυαλό της και την είχαν στοιχειώσει. Από το σώμα της που ακόμη λαχταρούσε το άγγιγμά του κι από τον εαυτό της που δεν της επέτρεπε να βάλει ένα τέλος στις ψευδαισθήσεις της.  Τα μαύρα της γοβάκια δεν την διευκόλυναν σε αυτό, πολλές φορές στραβοπατούσε και σκόνταφτε στις λακκούβες του έρημου δρόμου. Κάποιες φορές γλιστρούσε στην άσφαλτο και οι λάσπες λέρωναν το μαύρο της φόρεμα. Όμως, συνέχιζε πεισματικά.  Η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς, λες και ο ίδιος ο ουρανός συμμεριζόταν την θλίψη της ψυχής της και άπλωνε το μαύρο του πέπλο για να την προστατέψει από τις σκιές. Εκείνες που καραδοκούν ανά πάσα στιγμή για να εξαλείψουν και την τελευταία λάμψη ελπίδας. Τις σκιές του παρελθόντος. Που χορεύουν μέσα στη σιωπή. Εκείνη την αβάσταχτη σιωπή της μοναξιάς . Έσφιξε τις γροθιές της και συνέχισε να τρέχει. Η εικόνα του προσώπου του ερχόταν ξανά και ξανά μπροστά της. Σαν ταινία στον υπολογιστή  που έκανε συνεχώς back up στη στην ίδια σκηνή.  Κάποτε ,όμως, κουράστηκε και σταμάτησε. Όλο αυτό το φλας μπακ στο παρελθόν την έκανε πια να κουραστεί. Έπρεπε να βάλει ένα τέλος. Μόνο η ίδια μπορούσε πλέον να σώσει τον εαυτό της. Έκλεισε τα μάτια της. Τα έσφιξε δυνατά κι ευχήθηκε μαζί με τη βροχή να καταλάγιαζε επιτέλους και ο πόνος της καρδιάς της. Δεν μπόρεσε να καταλάβει τη διάσταση του χρόνου εκείνη τη στιγμή. Αν είχαν περάσει δευτερόλεπτα, ώρες, μήνες ή χρόνια. Δεν ήξερε. Το μόνο που ήξερε  ήταν πως είχε βυθιστεί σε ένα  γαλάζιο χρώμα  σαν  του ουρανού και σε ένα  χαμόγελο που έκανε όλο της το είναι  να ανατριχιάζει. Ναι! Ήταν ελεύθερη και ζωντανή! Οι σκιές είχαν εξαφανιστεί!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Template by:
Free Blog Templates